( ΑΡΤΕΜΙΣ ΔΕΡΕΑΤΙΣ ; )

ΜΕΡΟΣ 1ον

Φώτης Ζώης
Μάϊος 2020

ΓΕΝΙΚΑ

Η εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας βρίσκεται στο μέσον περίπου της διαδρομής τoύ επαρχιακού δρόμου που συνδέει το χωριό Βάστα του Δήμου Μεγαλόπολης με το Δασοχώρι του Νομού Μεσσηνίας .

Είναι κτισμένη στην άκρη ενός αρκετά εκτεταμένου επίπεδου πλατώματος στο βάθος μιας ρεματιάς που περιβάλλεται από βουνά .

Δίπλα στην εκκλησία ρέει ο χείμαρος Χάραδρος που ενώνει τα πλούσια νερά του με αυτά των δύο άλλων ρεμάτων της περιοχής (πριν απ΄αυτόν ) αυτά της “Κρύας Βρύσης “ και του “Κακορέματος “ και κατευθύνεται νότια προς τη Μεσσηνία, όπου ενώνεται με τον Πάμισο ποταμό .

Η εκκλησία ανήκει στον τύπο της μονόκλητης θολωτής βασιλικής και είναι μικρών διαστάσεων (εξωτερικά 6.80 Χ 3.50 μ. περίπου) .
Το κυριότερο χαρακτηριστικό της στο οποίο οφείλεται και η μοναδικότητά της ως μνημείο, είναι η ύπαρξη 17 μεγάλων και μικρών δένδρων, που αναπτύσσονται κατά εντυπωσιακό τρόπο επάνω στη στέγη της. Δεκατέσσερα πουρνάρια, μια κοκκορεβυθιά, ένας σφένδαμος και ένα φυλλίκι απλώνουν τις ρίζες τους – σχεδόν αθέατες τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά – και διαμέσου της λιθόκτιστης τοιχοποιίας που έχει μέσο πάχος 0,60 εκ. καταλήγουν στη γή .

Κάτω από τα θεμέλια της εκκλησίας υπάρχει πηγή πόσιμου νερού, που ρέει χειμώνα καλοκαίρι και που θεωρείται ως αγίασμα από τους πολυάριθμους θρησκευτικούς προσκυνητές και επισκέπτες του μνημείου.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ

Στο εσωτερικό της εκκλησίας σώζονται σήμερα αρκετά τμήματα τοιχογραφιών που όμως, λόγω των αλάτων, της αιθάλης και άλλων φθορών, είναι μάλλον δυσδιάκριτες ενώ άλλα τμήματα έχουν καταπέσει και επιχριστεί.
Ο χώρος του ιερού χωρίζεται με λιθόκτιστο τέμπλο και η Αγία Τράπεζα είναι ενσωματωμένη στην κόγχη, που είναι κυκλική τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.
Η τοιχοποιία είναι από αργολιθοδομή εκτός ορισμένων σημείων όπου απαντώνται τεμάχια δόμων από πωρόλιθο.
Ο ημικυλινδρικός θόλος καθώς και το τόξο της πύλης του ιερού αποτελείται από λαξευτούς θολίτες από πωρόλιθο.
Η επικάλυψη της δικλινούς στέγης και της αψίδας του ιερού γίνεται από σχιστόπλακες που λόγω της ύπαρξης των δένδρων, παρουσιάζουν μεγάλη διατάραξη. Τέλος, το δάπεδο είναι στρωμένο με σχιστόπλακες .

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Σύμφωνα με τη μελέτη “Στερέωση και αποκατάσταση του Ι. Ναού Αγίας Θεοδώρας Βάστα “ του Υπουργείου Πολιτισμού, που έγινε το 1996 από τον αρχιτέκτονα κ. Νίκο Χαρκιολάκη , στοιχεία που μπορούν να θεωρηθούν ως ασφαλή σχετικά με τη ζωή της Αγίας Θεοδώρας και την εκκλησία και που παρατίθενται αυτούσια είναι :

α) Το Μοναστήρι της Παναγίτσας ( Μοναστηράκι), κοντά στα σύνορα Μεσσηνίας και Αρκαδίας, που ήταν κάποτε μητροπολιτικό κέντρο της επαρχίας Χριστιανουπόλεως και είχε μεγάλη περιουσία και μετόχια, μεταξύ των οποίων και την μονή της Παναγίας του Βουλκάνου στη Μεσσηνία . Ήταν αυτό που ανέλαβε να κτίσει την εκκλησία της Αγίας, πιθανόν κατά τον 12ο αιώνα . Η εκκλησία κτίστηκε από τους Χριστιανούς της γύρω περιοχής, με δαπάνη της μονής αυτής.

β) Η πατρίδα της Αγίας Θεοδώρας, στην περιοχή της αρχαίας Μέλπειας, κάπου μεταξύ των χωριών Βάστα, Ίσαρι, Δασοχώρι και Άνω Μέλπεια, ήταν ένα μεγάλος συνοικισμός με σκόρπια καλύβια ( που βρίσκονταν) στην περιοχή της σημερινής εκκλησίας.

Στο μέρος μάλιστα αυτό ο κ. Χαρκιολάκης θεωρεί ότι υπήρχε κτίσμα της οικογένειας της Αγίας και θεωρεί βέβαιο ότι της υπάρχουσας εκκλησίας προηγήθηκε μνήμα, που επί πολλά χρόνια ήταν προσκύνημα της περιοχής.

γ) Τα τελευταία λόγια της Αγίας Θεοδώρας, κατά τη λαϊκή παράδοση, ήταν “Κάνε Κύριε στο μνήμα μου να φυτρώσουν δένδρα, που να μαρτυρούν την προστασία σου στην αγνότητά μου, και το αίμα μου κάτω από τον τάφο μου να γίνει νερό να τα ποτίζει. Αμήν”.
Ο κ. Χαρκιωλάκης διαπιστώνει ότι η σημερινή κατάσταση της εκκλησίας επιβεβαιώνει την λαϊκή παράδοση.

“Ο Παρακλητικός Κανών εις την Αγίαν Οσιομάρτυρα Θεοδώραν την Πελοποννησίαν, την κειμένην εν τώ χωρίω Βάστα Μεγαλοπόλεως Αρκαδίας”, που περιέρχεται στο βιβλίο του σεβασμιωτάτου, αποτελεί ποίημα του αείμνηστου υμνογράφου Γερασίμου Μοναχού Μικραγιανναυίτου. Ο κανών την χαρακτηρίζει ως Οσιομάρτυρα και καλλιπάρθενον, καταγομένην από το χωρίον Βάστα, και αποδέχεται την παράδοση του μαρτυρίου και του αποκεφαλισμού της, κατόπιν συκοφαντίας.

Για τη χρήση της μελέτης αυτής ευχαριστώ θερμά τον συντάξαντα αρχιτέκτονα κ. Χαρκιολάκη για τον οποίο τρέφω μεγάλη εκτίμηση .
Το 1991 ο κ. Θανάσης Μπάκας από το Βάστα, δημοσίευσε ένα φυλλάδιο με τον τίτλο: ΘΕΟΔΩΡΑ, ΒΑΣΊΛΙΣΣΑ-ΣΕΒΑΣΤΗ-ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΜΝΗΜΕΙΟΝ (εκδόσεις ΔΗΛΟΣ, Αθήνα)
Υποστηρίζει εκεί, ότι η εκκλησία είναι αφιερωμένη στη βασίλισσα Θεοδώρα, την τελευταία Αυγούστα της Μακεδονικής Δυναστείας του Βυζαντίου (που βασίλευε από το 1055 έως το 1056 ) βασιζόμενος σε επιγραφές που υπήρχαν στους τοίχους . Οι επιγραφές αυτές ήταν γραμμένες κατά σειρά προτεραιότητος ως εξής:

ΚΟΜΝΗΝ Α ΙΣΑΑΚ
ΧΑΙΡΕ......
__________________________________
ΧΑΙΡΕ Ο ΡΩΜΑΝ
__________________________________
ΧΑΙΡΕ ΖΩΗ
ΧΑΙΡΕ ΜΡ ΘΕΟΥ
ΧΑΙΡΕ.......
ΧΑΙΡΕ ΕΥΔ
ΑΥΓ

Κατά την άποψή του οι επιγραφές είχαν ονόματα βασιλέων που είχαν ζήσει στα χρόνια που ζούσε η Αυγούστα και Αγία Θεοδώρα, και διαβάζονταν αρκετά καθαρά έως το καλοκαίρι του 1979.
Το έτος 1979 ο χωματόδρομος από την Αρκαδία ενώθηκε με τα πλησιέστερα χωριά της Μεσσηνίας κάνοντας προσβάσιμη οδικά και την περιοχή όπου βρισκόταν η εκκλησία .

Ο δρόμος αυτός χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από εισφορές μελών του Συλλόγου των Βασταίων - και κυρίως των Βασταίων που διέμεναν στην Αμερική - και εν μέρει από τη Νομαρχία Αρκαδίας.

Έκτοτε αυξήθηκε η επισκεψιμότητα του χώρου ιδιαίτερα από προσκυνητές .
Με το άναμμα κεριών και την μεγάλη χρήση του εσωτερικού χώρου της εκκλησίας αλλοιώθηκαν ή και καταστράφηκαν οι επιγραφές και οι τοιχογραφίες .
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι εικόνες στην βόρεια πλευρά της εκκλησίας ήταν αφιερωμένες, με τη σειρά από αριστερά προς τα δεξιά, στον Χριστόφορο, Κοσμά, Δαμιανό, Θεοδώρα και Αναστασία.
Στή νότια πλευρά, τον Πρόδρομο, Νικόλαο, Ρωμανό Μελωδό, Χαίρε θυγάτηρ Χαίρε.

 

Η ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ

Το 1954
ο εφημέριος του χωριού Βάστα, Δημήτριος Π. Συντέτος, σε αίτησή του προς την Υπηρεσία Αναστηλώσεως, αναφέρει ότι: “ Το εσωτερικόν του ναού είναι εικονογραφημένον με ημικατεστραμμένας εικόνας από αρχαιοτάτων χρόνων και επί του τοίχου με διάφορα γλυπτικά γράμματα ....κινδυνεύει να κρημνισθεί” και παρακαλεί για την αποστολή ειδικού υπαλλήλου και την σύνταξη σχετικής μελέτης.”

Το 1956 ο ίδιος εφημέριος σε νέα αίτησή του προς την Υπηρεσία αναφέρει πως “επί της σκεπής της εκκλησίας ανυψούνται 12 μεγάλα άγρια δένδρα περιπλεγμένων των ριζών των επί του θόλου της σκεπής και εντός των τοίχων της και χρειάζεται υποστηρίξεως δια τοιχίων γύρωθεν” και παρακαλεί για την αποστολή επιτετραμένου να γνωματεύσει για τη στερέωση του μνημείου.

Το ίδιο έτος, ο Σύλλογος των Απανταχού Βασταίων (με πρόεδρο τον κ. Ανδ. Παναγιωτόπουλο ) σε έγγραφό του προς την Δ/νση Αναστηλώσεως, συμπληρωματικώς προς την αίτηση του εφημέριου, αναφέρει ότι:

“Το εν λόγω βυζαντινόν εξωκκλήσιον κείται εις την περιφέρειαν και νοτιοδυτικώς του χωρίου και κοινότητας Βάστα της Επαρχίας Μεγαλοπόλεως, εις απόστασιν 4 χιλ. από τούτου, εις τας υπωρείας του όρους Τετράγιον. Μεταβαίνει τις εκεί δι' αυτοκινήτου μεν μέσω Μεγαλοπόλεως και Ίσαρι μέχρι του χωρίου Βάστα, εκείθεν δε δι' ημιονικής οδού”.

“Το όλον οικοδόμημα θεμελιούται επί βράχου, κάτωθι και εις την βάσιν του οποίου αναβλύζει άφθονος πηγή ύδατος, αρδεύοντος τα εκατέρωθεν τού σχηματιζομένου ρεύματος ομαλά αγροτικά κτήματα εις απόστασιν 8 περίπου χιλ. από της πηγής”.

“Φέρεται κτισθέν κατά τον 13ο αιώνα ( βλ. Μεγ. Ελλ. Εγκυκλοπαίδια, λέξις “Βάστα”, τόμος ΣΤ', σ. 816).
Είναι μικρή θολωτή εκκλησία . Εσωτερικώς, εις τον θόλον και τους τοίχους διακρίνονται αμυδρώς εικόνες αγίων. Επί του θόλου εξωτερικώς, φύεται και υψούται πυκνή και μεγαλοπρεπής συστάς εκ 12 υπερυψήλων δένδρων.
Η μνήμη των κατοίκων ουδέν διασώζει περί της ηλικίας των δένδρων .
Ο θρύλος λέγει ότι όστις επεχείρησε να κόψει κλάδους εκ των δένδρων αυτών έπαθε παράλυσιν. Ουδείς τολμά να τα θίξει . Αι ρίζαι των δένδρων αυτών δια των τοίχων της εκκλησίας εισδύουν εις τας ρωγμάς του βράχου, εφ' ου η εκκλησία, εις διάφορα δε σημεία εμφανίζονται και εις την εξωτερικήν επιφάνειαν των τοίχων, τους οποίους τρόπον τινά σφιχταγκαλιάζουν....κ.α...”

Και το έγγραφο καταλήγει με την επισήμανση ότι η πολιτεία επιβάλλεται να ενδιαφερθεί όχι μόνο με την καλή συντήρηση του εξωκκλησίου, αλλά και με τη διαφήμισή του .

Μετά τα παραπάνω, η Δ/νση Αναστηλώσεως ,
κατά πρώτον ζήτησε από την Υποδ/νση Χωροφυλακής Μεγαλοπόλεως να απαγορεύσει στην Εκκλησιαστική Επιτροπή Βάστα την εκτέλεση πάσης φύσεως εργασιών στην Βυζαντινή εκκλησία,
δεύτερον, εισηγήθηκε στην Δ/νση Αρχαιοτήτων την ανακήρυξη της βυζαντινής εκκλησίας σε ιστορικό διατηρητέο μνημείο, και
τρίτον, παρήγγειλε στον έκτακτο Επιμελητή Αρχαιοτήτων Γορτυνίας κ. Τάσο Γριτσόπουλο, να μεταβεί επί τόπου και να επιστατήσει των δαπάναις των κατοίκων εκτελεσθησομένων εργασιών συντηρήσεως του μνημείου .

Στην από 3.2.1959 έκθεσή του ο κ. Γριτσόπουλος αναφέρει :

“Το χωρίον Βάστα της Επαρχίας Μεγαλοπόλεως κατέχει το δυτικώτατον άκρον εν τω τ. Δήμω Λυκόσουρας, απέχον 20 χλμ. από της πρωτευούσης της επαρχίας και 4 από της πρωτευούσης του Δήμου, Ίσαρη, μεθ' ων συνδέεται δι' αμαξιτής οδού, κατοικείται δε από αγροτικόν πληθυσμόν υπερεκατόν σήμερον οικογενειών.
Προς Δ. του χωρίου και εις απόστασιν 45' περίπου, εν μέσω ημιαγρίας εκτάσεως, ευρίσκεται εκκλησίδιον επ' ονόματι της Αγίας Θεοδώρας, εξ ού και επωνυμείται ολόκληρος η περιοχή .
Κατά τους τελευταίους χρόνους οι χωρικοί εορτάζουν την μνήμην της Αγίας την 11ην Σεπτεμβρίου, καθ' υπόδειξιν του εφημερίου των, ενώ παλαιότερον ο ναός επανηγύριζε την Δευτέραν της Διακαινισίμου ( Δευτέρα του Πάσχα)”.
“ Το εκκλησίδιον είναι εκτισμένον εις θέσιν ήμερον, αλλ΄έχει θεμελειωθεί επί βράχου όχι εμφανούς .
Κάτωθεν των Θεμελίων πηγάζουν άφθονα ύδατα, σχηματίζοντα ποταμόν, τον Πάμισον, όστις αποβαίνει περαιτέρω ενισχυόμενος Μεσσηνιακός ποταμός, τα όρια κρατών των νομών Αρκαδίας και Μεσσηνίας, ενώ δυτικώς αυτού υψούται το όρος Τετράγι, των δυσβάτων Νομίων ορέων πρόβουνος .
Η θέσις, ην κατέχει ο ναϊσκος ευρίσκεται εις ύψος 2 περίπου μ. από της κοίτης του σχηματιζομένου ποταμού και οι κάτοικοι πρότινος κατασκεύασαν στερεάν αντηρίδα,
προς ασφάλισιν του μνημείου από της διαβρώσεως των υδάτων” ”.....................
.................................................................................................................................
........” ”Παρά τας δεισιδαίμονας αντιλήψεις των χωρικών περί προτιμήσεως της Αγ. Θεοδώρας του ολεθρίου δάσους επί του μνημείου, θα ήτο δυνατόν τούτο να απαλλαγεί του θανασίμου εναγκαλισμού των δένδρων, να καθαρισθεί και να κεραμωθεί . Αλλ' η απαιτηθησομένη δαπάνη θα υπερβεί τας τριάκοντα χιλιάδας δραχμών. Αν καθ' οιονδήποτε τρόπον ήτο δυνατόν να εξευρεθεί το ποσόν τούτο, ημείς πάνυ προθύμως κατά το προσεχές θέρος θα ημπορούσαμεν να εκτελέσωμεν τας σχετικάς εργασίας . Περιττόν είναι να προστεθεί ότι έναντι του παραμορφωμένου κτίσματος υπάρχει φανερόν χρέος παντός δυναμένου”.

Η έκθεση αυτή διαβιβάστηκε στη Δ/νση Αναστηλώσεως με το υπ' αριθ. 1247/3.2.1959 έγγραφο της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Δημητσάνας, στο οποίο ο επιμελητής επισημαίνει ότι εύρεν το εκκλησίδιον της Αγίας Θεοδώρας “εις αληθώς ειπείν οικτράν κατάστασιν”.
Μετά από σχετική αλληλογραφία με το εκκλησιαστικό Συμβούλιο, η Δ/νση Αναστηλώσεως απεφάσισε την επιχορήγηση της κοινότητας Βάστα με ποσό 3.000 δραχμών για την στεραίωση και συντήρηση του Ι. Ναού, και υπόλογο την Δ/ντρια του Σχολείου κ. Β. Αποστολοπούλου .

Μετά την από 1.7.1959 επιστολή του προς το Υπουργείον, ο εφημέριος Βάστα εξέφρασε την αντίθεσή του στις παραπάνω προτάσεις του Επιμελητού Αρχαιοτήτων κ. Γριτσόπουλου, επισημαίνοντας ότι” ........ εξ ονόματος όλων των ενοριτών μου και όλων των περιχώρων διαμαρτυρόμεθα δια την μη εγκοπή αυτών ( σ.σ. εννοεί των δένδρων επί της στέγης της εκκλησίας), καθ' ότι αν εγκοπούν αι ρίζαι των σηπτόμενοι θα διαμεληθούν τα τοιχία εξ ολοκλήρου διότι (σ.σ. εννοεί οι ρίζες ) έχουν περιπλεχθεί στο μέσον των τοίχων .
Όθεν παρακαλούμεν όπως, μόνον στηρίγματα να γίνουν, διότι άν εγκοπούν θα χάσει και την εξωτερικήν θαυμασίαν αξίαν της .

Με το υπ' αριθ. Πρωτ. 27443/20.7.1959 έγγραφό της προς τη Δ/νση Αναστηλώσεως η Νομαρχία Αρκαδίας υπέβαλε την υπ'αριθ. 217/59 αναφορά του προέδρου της Κοινότητας Βάστα, στην οποία τονίζεται ότι “ άπαντες οι κάτοικοι της Κοινότητας μόλις έλαβον γνώσιν της υπ'αριθ. 49757/1131/59 Αποφάσεως επ' ουδενί λόγον θέλουν να κοπούν τα δένδρα άτινα ουδείς γνωρίζει πόσων ετών ευρίσκονται αδελφωμένα επί του ιστορικού τούτου Ναού”, συνοδευομένη με την υπ' αριθ. 20/59 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιον αποδέχτηκε το ποσό των 3.000 Δραχμών “δια την συντήρησιν και αναστήλωσιν του ιστορικού τούτου Ναού, ουχί όμως και την κοπή των επί του Ναού φυομένων υπερυψήλων και αιωνοβίων δένδρων άτινα και αποδίδουν τον θαυμασμόν πάντων των εξ απάσης Ελλάδος επισκεπτών, πως με τόσην πίεσιν του αέρος και των πολλών χιόνων δεν σπάζουν”.....

Κατόπιν τούτων και η Νομαρχία Αρκαδίας συνηγόρησε “μετά γνώσεως δια την μη κοπήν των περί ων πρόκειται δένδρων”.

Δεν είναι επισήμως γνωστό ποιές εργασίες εκτελέστηκαν και πότε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1959 έως το 1994, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα έγγραφο ή άλλο σχετικό στοιχείο της περιόδου αυτής στον φάκελο του Αρχείου της Δ/σεως Αναστηλώσεως .

Η Κοινότητα Βάστα και κυρίως ο Σύλλογος των Απανταχού Βασταίων με έγγραφα παραστάσεις και πιέσεις προς τις αρμόδιες Αρχές κατάφεραν να ανακηρυχθεί η εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο από το 1964.
Στη βεβαίωση που χορήγησε στο Σύλλογο των Απανταχού Βασταίων η 5η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σπάρτης στις 7.11.1983 αναφέρει :

Βεβαιώνεται ότι ο Ιερός Ναός της Αγίας Θεοδώρας (βρίσκεται στην έρημη τοποθεσία μεταξύ Βάστα και Δασοχωρίου) είναι κηρυγμένος ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο με την Υ.Α 14185/17-12-64 ΦΕΚ. 37/τ.β'/19-1-65 και υπάγεται στις διατάξεις του Κ.Ν 5351/32 “περί αρχαιοτήτων”.

Μελέτη Στερέωσης και αποκατάστασης Ι. Ναού Αγ. Θεοδώρας Βάστα.

Με το από 22.11.1994 έγγραφό της προς τη Δ/νση Αναστηλώσεως Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, η Ι. Μητρόπολη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως ζήτησε την, εκ μέρους της ανωτέρω Δ/νσεως, σύνταξη και έγκριση της Αρχιτεκτονικής Μελέτης του μνημείου καθώς και του περιβάλλοντος χώρου .
Η Δ/νση αποδέχτηκε το αίτημα και ανέθεσε τη σύνταξη της σχετικής μελέτης στον Αρχιτέκτονα Μηχανικό του ΥΠ.ΠΟ κ. Νίκο Χαρκιολάκη .
Επίσης η παραπάνω Ι. Μητρόπολη προέβη στην ανάθεση της σύνταξης της Στατικής Μελέτης του μνημείου στο Γραφείο Μελετών του Πολιτικού Μηχανικού “Χ. Βαχλιώτης και Συνεργάτες”.
Ακόμα η Δ/νση Αναστηλώσεως ανέθεσε στον καθηγητή του Πανεπιστημίου Πατρών κ. Σ. Παπαμαρινόπουλο (Εργαστήριο Γεωφυσικής- Τμήμα Γεωλογίας), “Γεωφυσικές έρευνες στο ν Ι. Ναό Αγ. Θεοδώρας Βάστα”, οι οποίες εκτελέστηκαν κατά τα τέλη Αυγούστου 1996.

Οι εργασίες στεραίωσης και αποκατάστασης πραγματοποιήθηκαν το 1998 και 1999.
Μεταξύ των κυριοτέρων εργασιών αυτών ήταν :

1. Προσεκτική αποκοπή και αφαίρεση των ξερών και σάπιων κλάδων των δένδρων και των ριζοβλαστημάτων γενικά της στέγης και αποκαλύφτηκε το εξωρράχιο του θόλου .
2. Καθαίρεση όλων των μικροκατασκευών από οπλισμένο σκυρόδεμα στο εξωτερικό του μνημείου (ράφι, υπαίθρια Αγία Τράπεζα, υπερυψωμένο βάθρο δυτικής όψη, ακαλαίσθητο καμπαναριό, μεταλικό κιγκλίδωμα βόρειας όψης ).
3. Καθαίρεση μικροκατασκευών από σκυρόδεμα στο εσωτερικό του μνημείου, αποξήλωση της τσιμεντοκονίας επίστρωσης του δαπέδου και επίστρωση με σχιστόπλακες .
Η εργασία αυτή έγινε παρουσία Αρχαιολόγου. Η έρευνα όμως για τυχόν αρχαιολογικά ευρήματα στάθηκε αδύνατη, γιατί οι ρίζες των δένδρων ως σιδηρούς οπλισμός σκυροδέματος έχουν καλύψει όλη την επιφάνεια κάτωθεν του δαπέδου .
4. Καθαίρεση του υπερθύρου από σκυρόδεμα της εισόδου και αντικατάστασή του με ξύλινο .
5. Υποστήλωση της κοκκορεβυθιάς, διότι λόγω της ισχυρής κλίσης του οριζόντιου κλάδου, υπήρχε κίνδυνος να σπάσει .
6. Αναδόμηση-συμπλήρωση, με λιθοδομή ίδιου τύπου με ττην υπάρχουσα, της κατεστραμένης και πρόχειρα επισκευασμένης ΝΑ γωνίας και συμπλήρωση ελλειπόντων τμημάτων της τοιχοποιίας και του θόλου του μνημείου. Μεταξύ της υπάρχουσας και της συμπληρωματικής λιθοδομήςτοποθετήθηκε φύλλο μολύβδου .
7. Καθαρισμός αρμών σε βάθος και αρμολόγημα όλων των όψεων της τοιχοποιίας .
8. Κατασκευάστηκαν πατητά επιχρείσματα χωρίς οδηγούς στις εσωτερικές όψεις της τοιχοποιίας, εκτός των περιοχών των αγιογραφιών με χρήση ασβεστοκονιάματος κατάλληλης σύνθεσης, με την προσθήκη υαλοϊνών .
9. Διαμόρφωση οριζοντίων επιπέδων στη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά του μνημείου με την αναγκαία εξομάλυνση του φυσικού εδάφους .
10. Στεγανοποίηση και μερική αποκατάσταση της στέγης του μνημείου, με τοποθέτηση στεγανωτικής μεμβράνης από PVC στο εξωρράχιο του θόλου .
11. Τελική επικάλυψη της στέγης με φυσικές σχιστόπλακες της περιοχής σε υπόστρωμα από τσιμεντοκονίαμα ελαφρά οπλισμένο με κοτετσόπλεγμα, και με την παρεμβολή φύλλου γεωϋφάσματος. Οι κάτοικοι του χωριού Βάστα με τη συνδρομή και μελών του Συλλόγου των Απανταχού Βασταίων αντέδρασαν στην επικάλυψη του θόλου με σχιστόπλακες, μετέβησαν διαμαρτυρόμενοι επι τόπου του έργου, παρενέβει όμως αστυνομική δύναμη και τελικά οι εργασίες ολοκληρώθηκαν σύμφωνα με τις επιλογές της Υπηρεσίας Αναστηλώσεων.
12. Εργασίες διαμόρφωσης του άμεσου περιβάλλοντος χώρου .

Σύμφωνα με απόψεις του κ. Χαρκιολάκη, η εκκλησία είχε δεχτεί 16 φορές επεμβάσεις από μαστόρους της περιοχής, κυρίως Βασταίων, για την επισκευή της εξωτερικής τοιχοποίας .
Με την ανάπτυξη και την πίεση των ριζών επί του θόλου και κυρίως εντός της λιθοδομής, γκρεμίζονταν τμήματα της τοιχοποιίας και οι μαστόροι τα επισκεύαζαν.
Οι Βασταίοι νοιώθουν μεγάλη περιφάνεια και σεβασμό προς το μνημείο, και στο Καταστατικό του Συλλόγου των - στους σκοπούς του Συλλόγου - πρωτεύοντα λόγο έχει η προστασία και η φροντίδα της εκκλησίας της Αγίας Θεοδώρας .

Ατυχώς, στα αμέσως επόμενα χρόνια, η Μητρόπολη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως προέβη σε ανεπίτρεπτους εκβραχισμούς με βαρέα μηχανήματα ΒΔ της εκκλησίας και κατασκεύασε περίπτερο και λιθόκτιστες ανοικτές κατασκευές για τις ανάγκες των προσκυνητών .

ΜΕΡΟΣ 2ον

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ
(και προσωπικός αγώνας )


Α .
Το 1959 βρέθηκαν μέσα στα νερά και στις λάσπες στην πηγή που βρίσκεται έξι μέτρα δυτικά της εκκλησίας από τον κ. Γ . Παπακωνσταντίου κάποια αντικείμενα, που αποδείχτηκε ότι ήταν αρχαία κεραμικά και χάλκινα ειδώλια μήκους 10 έως 15 εκατοστών. Παραδόθηκαν στον τότε υπεύθυνο Γυμνασιάρχη Μεγαλόπολης που τα παρέλαβε, για να τα παραδώσει στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης .
Λίγα χρόνια αργότερα παραδόθηκαν από τον κ. Βασ. Αδαμόπουλο και από δύο ακόμη άτομα από το Βάστα , τρία ακόμη ειδώλια, που βρέθηκαν στο σπήλαιο ΒΔ της εκκλησίας .
Με τη σιγουριά ότι η περιοχή όπου βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Θεοδώρας κρύβει και μεγάλο αρχαιολογικό, πέρα από το θρησκευτικό, ενδιαφέρον, αποφάσισα να αναζητήσω την τύχη των ειδωλίων αυτών και το 2007 προσέτρεξα προς βοήθεια και στην τότε έφορο αρχαιοτήτων Σπάρτης (κ. Αναστ. Παναγιωτοπούλου) .
Δυστυχώς δεν ανευρέθησαν ούτε στο μουσείο , ούτε στην Αρχαιολογική Συλλογή της Μεγαλόπολης .

Τον Ιούνιο του 1999, ο ερευνητής, συγγραφέας και τηλεραδιοαισθητικός κ . Ταξιάρχης Τσιόγκας από φωτογραφία της εκκλησίας που του έδειξα , απεφάνθη ότι κάτω από το δάπεδό της βρίσκονται θεμέλια από αρχαίο ιερό και συγκεκριμένα της Θεάς Άρτεμις .
Ο κ. Τσιόγκας αποφάνθηκε ότι:
1. Στη θέση της εκκλησίας της Αγίας Θεοδώρας υπήρχε Ναός της Αρτέμιδος, που κτίστηκε γύρω στο 500 π.Χ. και καταστράφηκε το 400 μ.Χ.
2. Σε απόσταση περίπου 20 μέτρων ΝΑ από την εκκλησία στο πρανές της γέφυρας υπάρχουν θεμέλια Ναού του Πανός που κτίστηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. και έχει μέγεθος 7 Χ 8 μ. και
3. Νότια της εκκλησίας μέσα στο ποτάμι υπάρχουν θαμένα μπρούτζινα και κεραμικά ειδώλια (σ.σ. στο ίδιο μέρος που βρήκε ο Γ. Παπακωνσταντίνου τα ειδώλια) .

Β .

Ο κ. Θανάσης Κυριακόπουλος είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό “Στουρνάρα” του Συλλόγου των Απανταχού Βασταίων, μια καταγραφή των περισσότερων αλωνιών του χωριού .
Ανάμεσά τους και το “αλώνι του Φαρμάκη” (ανήκε στον κ. Θ. Συντέτο ) .
Το κτήμα αυτό είχε αγοραστεί, με σκοπό την κατασκευή ενός περιπτέρου 100 περίπου τ.μ.
Στις αρχές του καλοκαιριού του 2005 το κτήμα ήταν γεμάτο χόρτα, απεριποίητο, ξεχασμένο .
Με αφορμή τις πληροφορίες που είχα για την ύπαρξη μεγάλου αρχιολογικού χώρου στην περιοχή (όπως προανέφερα) αποφάσισα να το περπατήσω. Κοιτάζοντας το έδαφος προσεκτικά είδα καθαρά, τα θεμέλια παλαιού κτίσματος .
Δύο ορατές πλευρές που σχημάτιζαν μία ορθογώνια γωνία, περίπου 8 Χ 8 μέτρα και πάχος τοιχίου περίπου 90 εκ. με πολύ μεγάλους δόμους από ασβεστόλιθο. Οι επιφάνειες και οι ακμές των δόμων, φανερά στρογγυλεμένες, λές και από εκεί πέρναγαν τρεχούμενα νερά που τα είχαν καταφάει.
Τράβηξα μερικές φωτογραφίες και προσέτρεξα σε βοήθεια μιας δεύτερης - προσωρινά - γνώμης που ήλθε, επιβεβαιωτική, από τον κ. Γιάννη Ασημακόπουλο . Αποφάσισα και επισκέφθηκα τον τότε Αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού κ. Πέτρο Τατούλη .
Ο κ. Τατούλης, έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον και συμβούλεψε να σταλεί μια επιστολή προς την Ε' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ( Σπάρτη Λακωνίας), και να κοινοποιηθεί και στο Υπουργείο, για να βοηθήσει στην εξέταση του θέματος αυτού.

Στις 3.8.2005 έστειλα επιστολή προς την Ε' Εφορεία με κοινοποίηση στον Υπουργό, στην οποία υποδεικνυόταν η ύπαρξη αρχαίων στον περιβάλλοντα χώρο της Αγίας Θεοδώρας .

Στις 14.12.2005, η Ε' Εφορεία Σπάρτης απέστειλε επιστολή στην οποία αναφέρει:
Αρχαιολόγος της Υπηρεσίας μας (σ.σ. κ. Α. Β. Καραπαναγιώτου) πραγματοποίησε αυτοψία στον εν λόγω χώρο και διεπίστωσε ότι

.....“εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του βυζαντινού ναϋδρίου της Αγίας Θεοδώρας Βάστα Μεγαλόπολης (ΦΕΚ 1705/Β/1999) και ειδικότερα σε απόσταση 70 μ. περίπου ΝΑ του ναϋδρίου, μέσα σε πυκνή βλάστηση, διακρίνονται επιφανειακά τα κατάλοιπα ενός κτιρίου που - σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις - χρονολογείται στους αρχαίους χρόνους .
Από το κτίριο σώζονται σε καλύτερη κατάσταση δύο τοίχοι, που σχηματίζουν γωνία . Οι τοίχοι αυτοί είναι κατασκευασμένοι από ασβεστολιθικούς γωνιόλιθους και σώζονται σε ύψος ενός και -σε ένα σημείο- δύο δόμων.
Λόγω της πυκνής βλάστησης στο άμεσο περιβάλλον του κτιρίου δεν κατέστη δυνατόν να διευκρινισθεί εάν στην περιοχή υπάρχουν και άλλα αρχαία κατάλοιπα .
Η Εφορεία μας προγραμματίζει να προβεί σε μικρής έκτασης ανασκαφικό καθαρισμό των αρχαίων καταλοίπων, εφόσον εξασφαλιστεί η προηγούμενη γραπτή σύμφωνη γνώμη του φερόμενου ιδιοκτήτη του αγροτεμαχίου “ .

Το ίδιο καλοκαίρι επισκέφθηκα το αρχαίο κτίριο με τον καθηγητή Αρχαιολογίας κ. David Gilman Romano ο οποίος την εποχή εκείνη διενεργούσε ήδη ανασκαφές στο Λύκαιο όρος , και τον επόμενο χρόνο με την αρχαιολόγο κ. Λιάνα Σουβαλτζή .
Εν τω μεταξύ ο ιδιοκτήτης του αγροτεμαχίου είχε ήδη αρχίσει εργασίες στον περιβάλλοντα χώρο .
Σε παραίνεσή μου να δώσει την συγκατάθεσή του για αρχαιολογική έρευνα λαμβάνοντας υπόψη και τα οφέλη που θα είχε από τους επισκέπτες της εκκλησίας , οι οποίοι θα πέρναγαν και από το περίπτερό του - που είχε ήδη αρχίσει να κατασκευάζει - δεν έδειξε ανταπόκριση και συνέχισε τις εργασίες .

Στην επόμενη επίσκεψή μου στο χώρο αυτό διαπιστώθηκε ότι δεν είχε απομείνει κάτι από το αρχαίο μνημείο, ο χώρος είχε αλλάξει τελείως μορφή, είχαν κοπεί όλα τα δένδρα είχαν δημιουργηθεί πετρόστρωτοι διάδρομοι και παρτέρια πρασίνου. Τί απέγινε το Αρχαίο κτίσμα; Καταστράφηκε ή απλώς επιχώθηκε και καλύφθηκε με πετρόστρωση ;

Στο μεταξύ υπεύθυνη για τον περιβάλλοντα χώρο της Αγίας Θεοδώρας τώρα πια, ήταν η 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (και όχι η
Ε' Εφορεία Σπάρτης που ήταν παλιά ), και σε επίσκεψή μου, η αρμόδια Υπηρεσία στην Αρχαία Κόρινθο δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για το θέμα και δεν είναι γνωστό αν έκανε ποτέ αυτοψία στον συγκεκριμένο χώρο .

Σημειωτέον ότι, στον ήδη επίσημο χαρακτηρισμό του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου της Αγίας Θεοδώρας, ως αρχαιολογικού
προστέθηκε και η επιβεβαίωση του κ. Ταξ. Τσιόγκα ο οποίος μάλιστα προσδιόρισε ότι το αρχαίο κτίσμα που βρέθηκε, αφορούσε σε κατάλοιπα ναού του θεού Δία .


Γ .

Ο κ. Σωτήρης Σ. Κουρσούμης, Αρχαιολόγος που εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, έχει δημοσιεύσει μια σειρά από μελέτες, μεταξύ των οποίων και την παρακάτω :

“ Εν Δέραις καλουμέναις της σφετέρας:
Αναζητώντας μία αρχαία θέση και ένα ιερό στην βόρεια Μεσσηνία”
ΣΩΤΗΡΗΣ Σ. ΚΟΥΡΣΟΥΜΗΣ

Από τον τίτλο της μελέτης αυτής, γίνεται φανερό ότι, ο συγγραφέας μέσα από τις πληροφορίες και τις γνώσεις που έχει, προσπαθεί να εντοπίσει που βρίσκεται ένας τόπος και ένα ίερό στην Βόρεια Μεσσηνία, που αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας στα Μεσσηνιακά (Παυσ. 4.15.4) .

“Τότε δε οι Μεσσήνιοι Λακεδαιμονίοις συμβάλλουσιν εν Δέραις καλουμέναις της σφετέρας, έτει πρώτωι μετά την απόστασιν, απήσαν δε αμφοτέροις οι σύμμαχοι....”

Δηλαδή: Τότε οι Μεσσήνιοι συγκρούστηκαν με τους Λακεδεμόνιους, την πρώτη χρονιά της εξέγερσής τους, στις λεγόμενες Δέρες, της δικής τους χώρας, σύμμαχοι έλειπαν και από τα δύο μέρη...

Ο κ. Κουρσούμης αναφέρει :
“Μολονότι δεν δίδονται περισσότερες πληροφορίες για τη θέση, στο σύνολό τους οι μελετητές την αναζητούν στην περιοχή που έλαβε χώρα τομεγαλύτερο μέρος των συγκρούσεων του Δεύτερου Μεσσηνιακού πολέμου, στην ορεινή, βόρεια Μεσσηνία, στα μεσσηνιακά-αρκαδικά σύνορα .
Κατά τον Παυσανία, οι Μεσσήνιοι ακολουθώντας τακτική ανταρτοπολέμου, προτίμησαν τη σύγκρουση στις δύσβατες, ορεινές περιοχές των αρκαδομεσσηνιακών συνόρων, αντί της ανοικτής, οπλικής σύγκρουσης στο πεδίο, όπου διέθεταν σαφή υπεροπλία οι Σπαρτιάτες.
Για την ευόδωση των σκοπών τους κατέφυγαν στην ελεύθερη από την λακωνική κυριαρχία βόρεια Μεσσηνία, πετυχαίνοντας μάλιστα εκεί, τις πρώτες τους νίκες .
Στην ίδια περιοχή , στο όρος της Είρας (σ.σ. Κακαλέτρι) οχυρώθηκαν οι Μεσσήνιοι αργότερα, για την τελική σύγκρουση με τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι είχαν κυριαρχήσει σε ολόκληρη τη μεσσηνιακή ενδοχώρα κατά τον προηγούμενο πόλεμο (743-724 π.Χ. ). Τα ορεινά περάσματα στις νότιες παρυφές του Λυκαίου όρους συνέδεαν την περιοχή απ' ευθείας με την Λακωνία.......”

........“ Με τη φράση του εν Δέραις καλουμέναις της σφετέρας, ο περιηγητής διακρίνει σαφώς τις μεσσηνιακές από τις λακωνικές Δέρες .
Ήδη στα Λακωνικά του ο Παυσανίας είχε αναφερθεί στο τοπονύμιο Δέρειον στη λακωνική πλευρά του Ταϋγέτου, κοντά στο Λαπιθαίον, όπου τοποθετεί το ιερό της Αρτέμιδος Δερεάτιδος, με ένα υπαίθριο άγαλμά της δίπλα σε πηγή .
Το ιερό μνημονεύει τόσο ο Στέφανος Βυζάντιος όσο και ο Ησύχιος, ο οποίος μας πληροφορεί ότι εν τω της Δερεάτιδος ιερώ Αρτέμιδος αδόμενοι ύμνοι ακούγονται.......”

Ο κ. Κουρσούμης, μας πληροφορεί ακόμα ότι υπάρχουν επιγραφικές μαρτυρίες, στην προσπάθεια εντοπισμού του αρχαίου τοπονυμίου Δέρες .

..... “Κατά την ανασκαφή της πόλης της αρχαίας Μεσσήνης, ήρθε στο φώς ψήφισμα του 2ου αι. π.Χ. που αναφέρεται στην διευθέτηση της συνοριακής γραμμής της Μεσσήνης με την Φιγαλεία ή την Μεγαλόπολη. Η λέξη Δέρα φαίνεται να περιγράφει μια (δυσπρόσιτη;) θέση επί της συμφωνηθείσας συνοριακής γραμμήςτων δύο επικρατειών. Πολύ κοντά σε αυτήν αναφέρεται μάλιστα μια μικρή κοιλάδα ([...κατ]α το κοίλον εις ταν κ[ράναν....]), στην οποία, κατά την αρχική αποκατάσταση της επιγραφής, υπήρχε πηγή .
Αλλά και στην ίδια την πόλης της Μεσσήνης, σε στήλη που βρέθηκε έξω από το Βουλευτήριο και καταγράφει τις εισφορές ατόμων ή κοινωνικών ομάδων στην πόλη κατά περιοχές και συνοικίες, είναι χαραγμένο το όνομα Βουμαδέραι, δηλωτικό προφανώς κάποιου απομακρυσμένου δυσπρόσιτου πολίσματος .

Μία δυσπρόσιτη, ορεινή περιοχή περιγράφει ένα ακόμα απόσπασμα ψηφίσματος που προέρχεται από την Παλαίστρα Ολυμπίας .
Ο Felix Eckstein, πιθανολογεί ότι το ψήφισμα της Παλαίστρας που χρονολογεί στο πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. αναφέρεται στη νότια (;) Μεγαλόπολη εξ αιτίας των περιγραφόμενων ορεινών όγκων και της αναφοράς στο ιερό της Αρτέμιδος . “

Ο κ. Κουρσούμης μας πληροφορεί ακόμα ότι ....”στη συνοριακή γραμμή Αρκαδίας-Μεσσηνίας τοποθετείται το αναφερόμενο από τον Στράβωνα Αλώριον έλος, καθώς επίσης και το ιερό της Αρτέμιδος Ελείας , όπως δηλώνεται από το προσωνύμιό της, η λατρεία της θεάς συνδεόταν με λιμνάζοντα ύδατα, ενδεχομένως και σύνορα, όπως και η Λιμνιάτις του Ταϋγέτου . “

Για τη λέξη Δέρες δίδονται οι εξής ερμηνείες :
Δέρα: Υπερβολή όρους, . “αι δε τα σιμά των όρων - Ησύχιος “
Δειράς: Ράχις βουνού (Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελλ. Γλώσσας).
Δειρή: Τράχηλος, λαιμός ( “ “ “ “ “ ).
Δειράς ή Δεράς: Ράχη ή λαιμός ανάμεσα σε βουνά ( Εκδοτική Αθηνών).
Παράγωγο η λέξη: Περιδέραιον

Συμπερασματικά ο κ. Κουρσούμης πιστεύει ότι
........ “οι Μεσσηνιακές Δέρες τοποθετούνται με σχετική ασφάλεια πλέον στη βόρεια Μεσσηνία, νοτίως του Λυκαίου όρους, κοντά στα σημερινά αρκαδο-μεσσηνιακά σύνορα .
Τα δύο αποσπασματικά σωζόμενα ψηφίσματα του 2ου αι. π.Χ. από τη Μεσσήνη και την Ολυμπία, περιγράφουν τη χάραξη της συνοριακής γραμμής ανάμεσα σε μία αρκαδική πόλη και τη Μεσσήνη, έχοντας ως σημεία αναφοράς ιερά, χαράδρες, πηγές αλλά και τοπονύμια με το χαρακτηριστικό όνομα δέρα,που υποδηλώνει την δυσπρόσιτο, απόκρημνη θέση τους”.

.......“ Η μαρτυρία του Ησυχίου και του Στέφανου Βυζαντίου για την ύπαρξη ενός ιερού της Αρτέμιδος Δερεάτιδος στις Λακωνικές Δέρες του ανατολικού Ταϋγέτου, οδηγεί σε σκέψεις για τη σχέση του με τις Μεσσηνιακές Δέρες και την πιθανότητα ίδρυσης του πρώτου, σε ανάμνηση μίας πολεμικής σύρραξης και ενός ομόνυμου ιερού στον τόπο της αρχικής σύρραξης, κατά πάγια σπαρτιατική πρακτική . “

.....”Επιπλέον, χρήσιμη είναι η αναφορά του Στράβωνος σε ένα ιερό της Αρτέμιδος Ελείας, που τοποθετείται από τους ερευνητές κοντά στα σύνορα Αρκαδίας-Τριφυλίας-Μεσσηνίας .
Συνεπώς , η παρουσία ενός αντίστοιχου ιερού της θεάς στη βόρεια Μεσσηνία, στην ευρύτερη περιοχή του όρους Τετράζι, στην περιοχή όπου φέρεται να έλαβε χώρα η θρυλική μάχη, θεωρείται πλέον αρκετά πιθανή .
Την άποψη αυτή ανέπτυξε πρώτος ο M.N. Valmin, ο οποίος και αναζήτησε το ιερό της Αρτέμιδος Δερεάτιδος/Ελείας στην περιοχή της Άνω Μέλπειας”.

......“Η ανακάλυψη του δωρικού ναού της Άνω Μέλπειας ( στην περιοχή Πετρούλα), στη νότια απόληξη του Τετραζίου, κατά μήκος των αρχαίων Αρκαδο-μεσσηνιακών συνόρων, μοιάζει να συμφωνεί με τις αναφορές των πηγών, ευνοώντας την ταύτιση της θέσης με τις Μεσσηνιακές Δέρες, αλλά και του αποκαλυφθέντος ναού με το αναζητούμενο ιερό της
Δερεάτιδος / Ελείας .”

Στις πιο πάνω αναφορές στη μελέτη του κ. Κουρσούμη, προστίθενται και μερικά ακόμα στοιχεία που δείχνουν πόσο μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον έχει το πλάτωμα της Αγίας Θεοδώρας αλλά και η άμεση γεωγραφική περιοχή όπως κάτωθι αναφέρονται .

 

Δυτικά της εκκλησίας της Αγίας Θεο δώρας, σε απόσταση 700 μέτρων, πάνω στο δρόμο για το Δασοχώρι βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου, στους εξωτερικούς τοίχους του οποίου είναι εντοιχισμένα λίθινα αγκωνάρια, από παλαιότερες ή αρχαίες κατασκευές. Ένα κομμάτι κίονα με κιονόκρανο, στήριζε την Αγία τράπεζα μέχρι πριν από 15 περίπου χρόνια - τώρα έχει εξαφανιστεί .

Στα 350 περίπου μέτρα δυτικά από την Αγία Θεοδώρα, η εκκλησούλα του Αγίου Δημητρίου, σε παραπέμπει σε παρόμοιες με τις παραπάνω σκέψεις. Μεταξύ των δύο αυτών εκκλησιών, Αγίου Βασιλείου και Αγίου Δημητρίου, στα κτήματα και στις σταφίδες, υπάρχουν άπειρα κεραμικά και κομμάτια από μόλυβδο, καθώς και ένα πολύ ενδιαφέρον πηγάδι, επενδεδυμένο εσωτερικά με πέτρα.

Κάτοικος του Βάστα υποστηρίζει ότι στο χώρο αυτό βρήκε πριν από πολλά χρόνια πολλά ενδιαφέροντα παλαιότερα (αρχαία ;) αντικείμενα ανάμεσα στα οποία και ένα ασημένιο στολίδι, το οποίο χάρισε .

Μεταξύ των εκκλησιών Αγίας Παρασκευής και Σταυρού, υπήρχε μεταλλείο μαγγανίου που λειτούργησε για τελευταία φορά το 1959 .

Περίπου 500 μέτρα νοτιότερα (κοντά στον λεγόμενο “μύλο του Λούφα”) λέγεται ότι υπήρχε αρχαίο μεταλλείο χαλκού, για το οποίο έριζαν οι Αρκάδες με τους Μεσσήνιους .

Και φυσικά το αρχαίο κτίσμα 70 μέτρα ανατολικά της εκκλησίας της Αγίας Θεοδώρας, που κατά τον κ. Τσιόγκα, αφορά σε ιερό του Δία .

Υπάρχει επίσης διαδεδομένη η άποψη, ότι ο ρούς του ποταμού Χάραδρου μετά από την συνάντηση των δύο ρεμάτων της Κρύας Βρύσης και του Κακορέματος, συνέχιζε, όχι εφαπτόμενα της εκκλησίας της Αγίας Θεοδώρας αλλά, μέσα από το διπλανό αγρόκτημα που στεγάζει πιθανόν τα κατάλοιπα του ναού του Δία .

Δ .

Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όσα παραπάνω αναφέρθηκαν , δηλαδή

1. Τον επίσημο χαρακτηρισμό του περιβάλλοντος ως αρχαιολογικού χώρου
2. Την ύπαρξη μικρής κοιλάδας
3. Την ύπαρξη πηγής δίπλα στο ιερό.
4. Τα υπάρχοντα Αρκαδομεσσηνιακά σύνορα.
5. Την αναφορά στις νότιες υπώρειες του Τετραζίου.
6. Την περιοχή Νότια του Λυκαίου όρους.
7. Την αναφορά στις Δέρες (τράχηλος).
8. Την ύπαρξη δυσπρόσιτης περιοχής .
9. Τον χαρακτηρισμό : Άρτεμις Ελείας , Άρτεμις Λιμνιάτης και
10. τα ευρεθέντα ειδώλια κοντά στην εκκλησία της Αγ. Θεοδώρας

τολμά κανείς να υποθέσει ότι , το ιερό της Αρτέμιδος βρίσκεται πράγματι κάτω από τα θεμέλια της εκκλησίας της Αγίας Θεοδώρας .

Θεωρώ λοιπόν ότι θα είχε ενδιαφέρον
να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση να ερευνηθούν και να προβληθούν στοιχεία ατράνταχτα για τη θέση “Δέρες“ και για τη θέση του “ιερού της Αρτέμιδος”, που θα αποδεικνύουν πέρα από τη θρησκευτική και την αρχαιολογική σημασία του τόπου μας

Διαβάστε περισσότεραPDF

Φώτης Ζώης
Μάϊος 2020